βιβλιογραφία
[vivlioyraˈfia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
библиография, список литературы
bibliography, list of sources · η βιβλιογραφία ενός βιβλίου — библиография книги
2
библиография (научное описание книг и их истории)
bibliography (study of books and their history) · ιστορική βιβλιογραφία — историческая библиография
Грамматика
Ед. ч.
им.
η βιβλιογραφία
вин.
τη βιβλιογραφία
род.
της βιβλιογραφίας
зват.
βιβλιογραφία
Мн. ч.
им.
οι βιβλιογραφίες
вин.
τις βιβλιογραφίες
род.
των βιβλιογραφιών
зват.
βιβλιογραφίες
Примеры
Η βιβλιογραφία στο τέλος της διατριβής είναι πολύ εκτεταμένη.
Библиография в конце диссертации очень обширна. · The bibliography at the end of the dissertation is very extensive.
Αυτή η εργασία περιέχει μια σημαντική βιβλιογραφία για το θέμα.
Эта работа содержит значительную библиографию по теме. · This paper includes a significant bibliography on the subject.
Οι βιβλιογραφίες των δύο συγγραφέων έχουν πολλές κοινές αναφορές.
Библиографии двух авторов имеют много общих ссылок. · The bibliographies of the two authors have many common references.