Греческий словарь
с грамматикой

βιάζομαι

[viˈazome]глаголB1

Значения

1
спешить, торопиться
to hurry, to rush · Βιάζεται να φύγει. — Он торопится уходить.
2
насильно принуждать, заставлять
to force, to compel · Δεν θέλω να με βιάσουν. — Я не хочу, чтобы меня принуждали.
3
изнасиловать (от человека к человеку)
to rape, to sexually assault · Καταγγελία για βιασμό. — Заявление об изнасиловании.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βιάζομαι
εσύ
βιάζεσαι
αυτός
βιάζεται
εμείς
βιαζόμαστε
εσείς
βιάζεστε
αυτοί
βιάζονται
Аорист
εγώ
βιάστηκα
εσύ
βιάστηκες
αυτός
βιάστηκε
εμείς
βιαστήκαμε
εσείς
βιαστήκατε
αυτοί
βιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα βιαστώ
εσύ
θα βιαστείς
αυτός
θα βιαστεί
εμείς
θα βιαστούμε
εσείς
θα βιαστείτε
αυτοί
θα βιαστούν

Примеры

Δεν πρέπει να βιάζεσαι κάθε πρωί.
Не нужно каждое утро спешить. · You shouldn't rush every morning.
Βιάστηκε και έχασε το λεωφορείο.
Он торопился и пропустил автобус. · He hurried and missed the bus.
Κανείς δεν θα σας βιάσει να πάρετε απόφαση.
Никто не будет вас принуждать принимать решение. · No one will force you to make a decision.