Греческий словарь
с грамматикой

βετεράνος

[vetˈeɾanos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
ветеран (опытный боец, служивший много лет)
veteran (experienced soldier or former combatant) · ένας βετεράνος του πολέμου — боевой ветеран
2
ветеран, опытный практик (в какой-л. области)
veteran, experienced practitioner (in a field) · βετεράνος του κινηματογράφου — ветеран кинематографа

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο βετεράνος
вин.
τον βετεράνο
род.
του βετεράνου
зват.
βετεράνε
Мн. ч.
им.
οι βετεράνοι
вин.
τους βετεράνους
род.
των βετεράνων
зват.
βετεράνοι

Примеры

Ο βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ζει ακόμα.
Ветеран Второй мировой войны ещё жив. · The World War II veteran is still alive.
Την ταινία σκηνοθέτησε ένας βετεράνος του κινηματογράφου.
Фильм снял опытный кинорежиссёр. · An experienced film director made the movie.
Οι βετεράνοι μαρτυρούν για τα γεγονότα του πολέμου.
Ветераны свидетельствуют о событиях войны. · Veterans testify about the events of the war.
Εκτιμώ τον βετεράνο για τις γνώσεις του.
Я уважаю этого опытного специалиста за его знания. · I respect the veteran for his knowledge.