βενζινάδικο
[venzinˈadiko]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
автозаправочная станция, АЗС
petrol station, gas station · σταθμός για βενζίνα — станция для бензина
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βενζινάδικο
вин.
το βενζινάδικο
род.
του βενζιναδίκου
зват.
βενζινάδικο
Мн. ч.
им.
τα βενζιναδικά
вин.
τα βενζιναδικά
род.
των βενζιναδικών
зват.
βενζιναδικά
Примеры
Το βενζινάδικο είναι κλειστό τώρα.
Автозаправка сейчас закрыта. · The petrol station is closed now.
Χρειάζεται να πάω στο βενζινάδικο.
Мне нужно заехать на АЗС. · I need to go to the petrol station.
Υπάρχει βενζινάδικο κοντά εδώ;
Здесь поблизости есть заправка? · Is there a gas station nearby?
Τα βενζιναδικά στην εθνική οδό είναι πολλά.
На трассе много заправочных станций. · There are many petrol stations on the highway.