Греческий словарь
с грамматикой

βενζίνη

[venˈzini]существительноеη · женский родA1

Значения

1
бензин (топливо для автомобилей)
petrol, gasoline · βενζίνη για το αυτοκίνητο — бензин для автомобиля

Грамматика

Ед. ч.
им.
η βενζίνη
вин.
την βενζίνη
род.
της βενζίνης
зват.
βενζίνη
Мн. ч.
им.
οι βενζίνες
вин.
τις βενζίνες
род.
των βενζινών
зват.
βενζίνες

Примеры

Χρειάζομαι βενζίνη για το αυτοκίνητό μου.
Мне нужен бензин для своей машины. · I need petrol for my car.
Η τιμή της βενζίνης ανέβηκε πολύ.
Цена на бензин сильно выросла. · The price of petrol has gone up a lot.
Θα γεμίσω τη δεξαμενή με βενζίνη.
Я заполню бак бензином. · I'll fill up the tank with petrol.