Греческий словарь
с грамматикой

βελτιώνω

[velˈtioːno]глаголB1

Значения

1
улучшать, делать лучше
to improve, to make better · βελτιώνω τη ζωή μου — улучшаю свою жизнь
2
совершенствовать (умение, навык)
to enhance, to develop (a skill) · βελτιώνω το αγγλικά μου — совершенствую свой английский

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βελτιώνω
εσύ
βελτιώνεις
αυτός
βελτιώνει
εμείς
βελτιώνουμε
εσείς
βελτιώνετε
αυτοί
βελτιώνουν
Аорист
εγώ
βελτίωσα
εσύ
βελτίωσες
αυτός
βελτίωσε
εμείς
βελτιώσαμε
εσείς
βελτιώσατε
αυτοί
βελτίωσαν
Будущее
εγώ
θα βελτιώσω
εσύ
θα βελτιώσεις
αυτός
θα βελτιώσει
εμείς
θα βελτιώσουμε
εσείς
θα βελτιώσετε
αυτοί
θα βελτιώσουν

Примеры

Θέλει να βελτιώσει τις βαθμολογίες του στο σχολείο.
Он хочет улучшить свои оценки в школе. · He wants to improve his grades at school.
Η άσκηση βελτιώνει την υγεία και τη διάθεση.
Упражнения улучшают здоровье и настроение. · Exercise improves health and mood.
Έχουν βελτιώσει σημαντικά τη διαδικασία παραγωγής.
Они значительно улучшили производственный процесс. · They have significantly improved the production process.
Βελτιώνεται η κατάσταση της οικονομίας κάθε μήνα.
Экономическая ситуация улучшается каждый месяц. · The economic situation is improving every month.