βελγικός
[velˈʝikos]прилагательноеA2
Значения
1
бельгийский
Belgian · βελγική σοκολάτα — бельгийский шоколад
Грамматика
мужской род
им.
βελγικός
вин.
βελγικό
род.
βελγικού
зват.
βελγικέ
женский род
им.
βελγική
вин.
βελγική
род.
βελγικής
зват.
βελγική
средний род
им.
βελγικό
вин.
βελγικό
род.
βελγικού
зват.
βελγικό
Примеры
Η βελγική σοκολάτα είναι πολύ καλή.
Бельгийский шоколад очень хороший. · Belgian chocolate is very good.
Πήγαν ταξίδι στη Βέλγιο και είδαν βελγικές πόλεις.
Они поехали в Бельгию и увидели бельгийские города. · They travelled to Belgium and saw Belgian cities.
Το βελγικό μουσείο έχει πολλές σημαντικές συλλογές.
Бельгийский музей имеет много важных коллекций. · The Belgian museum has many important collections.