Греческий словарь
с грамматикой

βεβαιώνω

[vevɛˈono]глаголB1

Значения

1
подтверждать, подтвердить
to confirm, to assert · βεβαιώνω τα λόγια μου — подтверждаю свои слова
2
уверять, уверить
to assure, to convince · σας βεβαιώνω ότι είναι αλήθεια — уверяю вас, что это правда

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βεβαιώνω
εσύ
βεβαιώνεις
αυτός
βεβαιώνει
εμείς
βεβαιώνουμε
εσείς
βεβαιώνετε
αυτοί
βεβαιώνουν
Аорист
εγώ
βεβαίωσα
εσύ
βεβαίωσες
αυτός
βεβαίωσε
εμείς
βεβαιώσαμε
εσείς
βεβαιώσατε
αυτοί
βεβαίωσαν
Будущее
εγώ
θα βεβαιώσω
εσύ
θα βεβαιώσεις
αυτός
θα βεβαιώσει
εμείς
θα βεβαιώσουμε
εσείς
θα βεβαιώσετε
αυτοί
θα βεβαιώσουν

Примеры

Σας βεβαιώνω ότι όλα θα πάνε καλά.
Уверяю вас, что всё будет хорошо. · I assure you that everything will be fine.
Ο δικηγόρος βεβαίωσε την αθωότητά του.
Адвокат подтвердил его невиновность. · The lawyer confirmed his innocence.
Τα έγγραφα βεβαιώνουν την αγοραπωλησία.
Документы подтверждают куплю-продажу. · The documents confirm the purchase and sale.
Θα βεβαιώσω την ημερομηνία της συνάντησης αύριο.
Завтра я подтвержу дату встречи. · I will confirm the date of the meeting tomorrow.