Греческий словарь
с грамматикой

βγαίνω

[vˈɣeno]глаголA1

Значения

1
выходить, выходить наружу
to go out, to come out, to exit · βγαίνω από το σπίτι — выхожу из дома
2
появляться, выступать (об актёре, певце и т.п.)
to appear, to perform, to come on stage · βγαίνει στη σκηνή — он выходит на сцену
3
вести куда-либо, выводить
to lead out, to take out · βγάζω το παιδί για βόλτα — выгуливаю ребёнка
4
получаться, выходить (о результате)
to come out, to work out, to result · το αποτέλεσμα βγήκε καλό — результат вышел хороший

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βγαίνω
εσύ
βγαίνεις
αυτός
βγαίνει
εμείς
βγαίνουμε
εσείς
βγαίνετε
αυτοί
βγαίνουν
Аорист
εγώ
βγήκα
εσύ
βγήκες
αυτός
βγήκε
εμείς
βγήκαμε
εσείς
βγήκατε
αυτοί
βγήκαν
Будущее
εγώ
θα βγω
εσύ
θα βγεις
αυτός
θα βγει
εμείς
θα βγουμε
εσείς
θα βγειτε
αυτοί
θα βγουν

Примеры

Κάθε πρωί βγαίνω για δουλειά.
Каждое утро я выхожу на работу. · Every morning I go out to work.
Χθες βγήκαμε με φίλους στο εστιατόριο.
Вчера мы вышли с друзьями в ресторан. · Yesterday we went out with friends to a restaurant.
Θα βγεί ένα νέο άλμπουμ του καλλιτέχνη σύντομα.
Новый альбом артиста скоро выйдет. · The artist's new album will come out soon.
Ο ήλιος βγήκε πίσω από τα σύννεφα.
Солнце показалось из-за облаков. · The sun came out from behind the clouds.