Греческий словарь
с грамматикой

βαστώ

[vasˈto]глаголA2

Значения

1
держать, носить (в руках)
to hold, to carry (in one's hands) · βαστώ το παιδί — держу ребёнка
2
выдерживать, терпеть, снося
to bear, to endure, to tolerate · δεν μπορώ να βαστώ άλλο — больше не выношу
3
хватать (о деньгах, запасов), быть достаточным
to last, to be enough, to suffice · τα λεφτά δεν βαστούν — денег не хватает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαστώ
εσύ
βαστάς
αυτός
βαστά
εμείς
βαστάμε
εσείς
βαστάτε
αυτοί
βαστάνε
Аорист
εγώ
έβασα
εσύ
έβασες
αυτός
έβασε
εμείς
βάσαμε
εσείς
βάσατε
αυτοί
έβασαν
Будущее
εγώ
θα βαστώ
εσύ
θα βαστάς
αυτός
θα βαστά
εμείς
θα βαστάμε
εσείς
θα βαστάτε
αυτοί
θα βαστάνε

Примеры

Βάσταω το σάκο με τα κρασιά.
Я несу сумку с вином. · I'm carrying the bag with wine.
Δεν μπορώ να βαστώ τη θερμοκρασία εδώ.
Я не выношу эту жару. · I can't bear the heat here.
Οι τροφές έβασαν όλο το χειμώνα.
Продуктов хватило на всю зиму. · The food lasted the whole winter.
Βάστα το ποτήρι σταθερά.
Держи стакан крепко. · Hold the glass steady.