βασιλιάς
[vasiˈljas]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
король
king · ο βασιλιάς της Ελλάδας — король Греции
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο βασιλιάς
вин.
τον βασιλιά
род.
του βασιλιά
зват.
βασιλιά
Мн. ч.
им.
οι βασιλιάδες
вин.
τους βασιλιάδες
род.
των βασιλιάδων
зват.
βασιλιάδες
Примеры
Ο βασιλιάς έζησε στο παλάτι.
Король жил во дворце. · The king lived in the palace.
Τον βασιλιά αγαποῦσαν οι υπήκοοι του.
Его подданные любили короля. · His subjects loved the king.
Οι βασιλιάδες της Ευρώπης συναντήθηκαν.
Короли Европы встретились. · The kings of Europe met.