Греческий словарь
с грамматикой

βασιλεύω

[vasi'leːvo]глаголB1

Значения

1
царствовать, быть королём/королевой
to reign, to be king or queen · βασιλεύει η Ελλάδα — королева царствует в Греции
2
доминировать, господствовать
to dominate, to prevail · η αγάπη βασιλεύει στην καρδιά του — любовь властвует в его сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βασιλεύω
εσύ
βασιλεύεις
αυτός
βασιλεύει
εμείς
βασιλεύουμε
εσείς
βασιλεύετε
αυτοί
βασιλεύουν
Аорист
εγώ
βασίλευσα
εσύ
βασίλευσες
αυτός
βασίλευσε
εμείς
βασιλέψαμε
εσείς
βασιλέψατε
αυτοί
βασίλευσαν
Будущее
εγώ
θα βασιλεύω
εσύ
θα βασιλεύεις
αυτός
θα βασιλεύει
εμείς
θα βασιλεύουμε
εσείς
θα βασιλεύετε
αυτοί
θα βασιλεύουν

Примеры

Ο Λουδοβίκος ο Δέκατος Τέσσερις βασίλευσε για εβδομήντα χρόνια.
Людовик XIV царствовал семьдесят лет. · Louis XIV reigned for seventy years.
Στη χώρα αυτή βασιλεύει το χάος και η διαφθορά.
В этой стране господствуют хаос и коррупция. · Chaos and corruption prevail in this country.
Η δικαιοσύνη πρέπει να βασιλεύει σε κάθε κοινωνία.
Справедливость должна господствовать в любом обществе. · Justice should reign in every society.
Καθώς βασίλευαν, είχαν πολλές δυσκολίες.
Пока они царствовали, они сталкивались со множеством трудностей. · While they reigned, they faced many difficulties.