βασιλεύς
[vasi'lefs]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
король
king · ο βασιλεύς της Ελλάδας — король Греции
2
правитель, монарх
ruler, monarch · ένας δίκαιος βασιλεύς — справедливый правитель
Грамматика
Ед. ч.
им.
o βασιλεύς
вин.
τον βασιλέα
род.
του βασιλέα
зват.
βασιλέα
Мн. ч.
им.
οι βασιλείς
вин.
τους βασιλείς
род.
των βασιλέων
зват.
βασιλείς
Примеры
Ο βασιλεύς επισκέφθηκε το μουσείο χθες.
Король посетил музей вчера. · The king visited the museum yesterday.
Την εποχή των Μυκηναίων, κάθε πόλη είχε τον δικό της βασιλέα.
В микенскую эпоху каждый город имел своего царя. · In the Mycenaean era, each city had its own king.
Οι βασιλείς της Ευρώπης αποφάσισαν να συνεργαστούν.
Монархи Европы решили сотрудничать. · The European monarchs decided to cooperate.