βασανιστήριο
[vasaniˈstiri.o]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
пыточная, камера пыток
torture chamber, torture instrument · χώρος βασανιστηρίου — помещение для пыток
2
мучение, истязание (переносное)
torment, agony (figurative) · ψυχικό βασανιστήριο — душевное мучение
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βασανιστήριο
вин.
το βασανιστήριο
род.
του βασανιστηρίου
зват.
βασανιστήριο
Мн. ч.
им.
τα βασανιστήρια
вин.
τα βασανιστήρια
род.
των βασανιστηρίων
зват.
βασανιστήρια
Примеры
Το βασανιστήριο λειτούργησε για χρόνια κρυμμένο.
Пыточная функционировала скрытно в течение многих лет. · The torture chamber operated in secret for years.
Ιστορικοί ανακάλυψαν αρχαία βασανιστήρια στο κάστρο.
Историки обнаружили древние пыточные в замке. · Historians discovered ancient torture instruments in the castle.
Η αναμονή ήταν για εκείνον ένα ψυχολογικό βασανιστήριο.
Ожидание было для него психологическим мучением. · The waiting was psychological torment for him.