Греческий словарь
с грамматикой

βασανίζω

[vasaˈnizo]глаголB2

Значения

1
мучить, пытать
to torture, to torment · βασανίζουν τον κρατούμενο — они мучают заключённого
2
беспокоить, измучить (переносное)
to trouble, to distress, to harass · η αγωνία βασανίζει το μυαλό του — беспокойство мучит его ум

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βασανίζω
εσύ
βασανίζεις
αυτός
βασανίζει
εμείς
βασανίζουμε
εσείς
βασανίζετε
αυτοί
βασανίζουν
Аорист
εγώ
βασάνισα
εσύ
βασάνισες
αυτός
βασάνισε
εμείς
βασανίσαμε
εσείς
βασανίσατε
αυτοί
βασάνισαν
Будущее
εγώ
θα βασανίσω
εσύ
θα βασανίσεις
αυτός
θα βασανίσει
εμείς
θα βασανίσουμε
εσείς
θα βασανίσετε
αυτοί
θα βασανίσουν

Примеры

Το μυστικό του βασανίζει κάθε μέρα.
Его тайна мучит его каждый день. · His secret torments him every day.
Οι ερευνητές κατηγορούνται ότι βασάνισαν τους κρατούμενους.
Следователей обвиняют в пытках заключённых. · The investigators are accused of torturing the detainees.
Δεν πρέπει να βασανίζουν τα παιδιά με δύσκολα θέματα.
Не нужно мучить детей сложными темами. · Children should not be harassed with difficult topics.
Θα βασανιστεί από την ενοχή του.
Его будет мучить чувство вины. · He will be tormented by his guilt.