Греческий словарь
с грамматикой

βασίζω

[vaˈsizo]глаголB1

Значения

1
основывать, создавать на основе чего-либо
to base, to found, to establish on the basis of something · βασίζω την απόφαση στα στοιχεία — основываю решение на фактах
2
опираться, полагаться на что-либо
to rely on, to depend on · βασίζομαι στη δική σας βοήθεια — полагаюсь на вашу помощь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βασίζω
εσύ
βασίζεις
αυτός
βασίζει
εμείς
βασίζουμε
εσείς
βασίζετε
αυτοί
βασίζουν
Аорист
εγώ
βάσισα
εσύ
βάσισες
αυτός
βάσισε
εμείς
βασίσαμε
εσείς
βασίσατε
αυτοί
βάσισαν
Будущее
εγώ
θα βασίσω
εσύ
θα βασίσεις
αυτός
θα βασίσει
εμείς
θα βασίσουμε
εσείς
θα βασίσετε
αυτοί
θα βασίσουν

Примеры

Η θεωρία του βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα.
Его теория основывается на научных данных. · His theory is based on scientific data.
Δεν θα βασίσω το σχέδιό μου σε φήμες.
Я не буду основывать свой план на слухах. · I won't base my plan on rumors.
Βασίζομαι ολοκληρωτικά στη σοφία σας.
Я полностью полагаюсь на вашу мудрость. · I rely entirely on your wisdom.
Οι σχεδιαστές βάσισαν το κτίριο σε αρχαία αρχιτεκτονική.
Архитекторы создали здание на основе древней архитектуры. · The architects designed the building on ancient architectural principles.