Греческий словарь
с грамматикой

βασίζομαι

[vaˈsizome]глаголB1

Значения

1
основываться, опираться (на что-либо)
to be based (on), to rest (on), to be founded (on) · Η θεωρία βασίζεται σε δεδομένα. — Теория основывается на данных.
2
полагаться, рассчитывать (на кого-либо)
to rely (on), to count (on), to depend (on) · Βασίζομαι στη βοήθειά σου. — Я рассчитываю на твою помощь.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βασίζομαι
εσύ
βασίζεσαι
αυτός
βασίζεται
εμείς
βασιζόμαστε
εσείς
βασίζεστε
αυτοί
βασίζονται
Аорист
εγώ
βασίστηκα
εσύ
βασίστηκες
αυτός
βασίστηκε
εμείς
βασιστήκαμε
εσείς
βασιστήκατε
αυτοί
βασίστηκαν
Будущее
εγώ
θα βασιστώ
εσύ
θα βασιστείς
αυτός
θα βασιστεί
εμείς
θα βασιστούμε
εσείς
θα βασιστείτε
αυτοί
θα βασιστούν

Примеры

Η απόφασή μας βασίζεται στα γεγονότα.
Наше решение основано на фактах. · Our decision is based on facts.
Δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτόν.
Я не могу на него рассчитывать. · I can't rely on him.
Ο σχεδιασμός βασίστηκε σε λάθος υπολογισμούς.
План был основан на неправильных расчётах. · The plan was based on incorrect calculations.
Βασίζεσαι πολύ στην τύχη σου.
Ты слишком рассчитываешь на везение. · You rely too much on your luck.