Греческий словарь
с грамматикой

βαρώ

[vaˈro]глаголA2

Значения

1
давить, нажимать; оказывать давление
to press, to push down; to exert pressure · βαρώ το κουμπί — нажимаю кнопку
2
тяготить, угнетать, беспокоить
to weigh on, to burden, to trouble · κάτι με βαρά — что-то меня тяготит
3
быть тяжёлым, весить много
to be heavy, to weigh heavily · αυτή η σακούλα βαρά — эта сумка тяжёлая

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαρώ
εσύ
βαράς
αυτός
βαράει
εμείς
βαράμε
εσείς
βαράτε
αυτοί
βαράνε
Аорист
εγώ
έβαρα
εσύ
έβαρες
αυτός
έβαρε
εμείς
βάραμε
εσείς
βάρατε
αυτοί
έβαραν
Будущее
εγώ
θα βαρώ
εσύ
θα βαράς
αυτός
θα βαράει
εμείς
θα βαράμε
εσείς
θα βαράτε
αυτοί
θα βαράνε

Примеры

Βαράω το γκάζι και το αυτοκίνητο επιταχύνει.
Я нажимаю на газ, и машина ускоряется. · I press the accelerator and the car speeds up.
Αυτή η δουλειά με βαράει πολύ τελευταία.
Эта работа меня очень беспокоит в последнее время. · This job has been really weighing on me lately.
Έβαρα το κουμπί αλλά τίποτα δεν συνέβη.
Я нажал кнопку, но ничего не произошло. · I pressed the button but nothing happened.
Βάρα το χέρι σου εδώ και θα νιώσεις τη διαφορά.
Нажми рукой здесь и почувствуешь разницу. · Press your hand here and you'll feel the difference.