βαρύνω
[vaˈrino]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1
Значения
1
отягощать, обременять, нагружать
to burden, to weigh down, to load · βαρύνει το διαφορά — это отягощает разницу
2
усугублять, ухудшать, усиливать (о негативном)
to aggravate, to worsen, to exacerbate · βαρύνει την κατάσταση — это усугубляет положение
Грамматика
Настоящее время
εγώ
βαρύνω
εσύ
βαρύνεις
αυτός
βαρύνει
εμείς
βαρύνουμε
εσείς
βαρύνετε
αυτοί
βαρύνουν
Аорист
εγώ
βάρυνα
εσύ
βάρυνες
αυτός
βάρυνε
εμείς
βαρύναμε
εσείς
βαρύνατε
αυτοί
βάρυναν
Будущее
εγώ
θα βαρύνω
εσύ
θα βαρύνεις
αυτός
θα βαρύνει
εμείς
θα βαρύνουμε
εσείς
θα βαρύνετε
αυτοί
θα βαρύνουν
Примеры
Τα προβλήματα βαρύνουν τη ζωή του.
Проблемы отягощают его жизнь. · The problems burden his life.
Αυτή η απόφαση βάρυνε την κατάσταση περισσότερο.
Это решение усугубило положение ещё больше. · That decision worsened the situation even more.
Δε με βαρύνει να δουλέψω επιπλέον ώρες.
Мне не тяжело работать дополнительные часы. · It doesn't burden me to work extra hours.