Греческий словарь
с грамматикой

βαριέμαι

[vaˈrjeme]глаголA2

Значения

1
надоедать, скучать, тяготиться
to be bored, to get tired of, to be fed up with · Με βαρύει αυτό το βιβλίο. — Эта книга мне надоела.
2
быть обременённым, тяжело переносить
to be weighed down by, to find burdensome · Βαρύεται την ευθύνη. — Его тяготит ответственность.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαρύεμαι
εσύ
βαρύεσαι
αυτός
βαρύεται
εμείς
βαρυόμαστε
εσείς
βαρύεστε
αυτοί
βαρύονται
Аорист
εγώ
βαρύθηκα
εσύ
βαρύθηκες
αυτός
βαρύθηκε
εμείς
βαρυθήκαμε
εσείς
βαρυθήκατε
αυτοί
βαρύθηκαν
Будущее
εγώ
θα βαρυθώ
εσύ
θα βαρυθείς
αυτός
θα βαρυθεί
εμείς
θα βαρυθούμε
εσείς
θα βαρυθείτε
αυτοί
θα βαρυθούν

Примеры

Με βαρύει η καθημερινή ρουτίνα.
Мне надоела повседневная рутина. · I'm tired of the daily routine.
Τον βαρύει να περιμένει.
Ему надоело ждать. · He's fed up with waiting.
Βαρύθηκε από τις προβληματικές καταστάσεις.
Он устал от проблемных ситуаций. · He got tired of all the problematic situations.
Δεν θα βαρυθώ ποτέ μαζί σας.
Я никогда не устану от вас. · I'll never get tired of you.