Греческий словарь
с грамматикой

βαραίνω

[vaˈrɛno]глаголB1

Значения

1
отягощать, делать тяжелым; обременять
to burden, to weigh down; to encumber · βαραίνω τη ζωή — обременять жизнь
2
досаждать, надоедать
to trouble, to bother; to be a burden · δεν θέλω να σε βαράνω — не хочу тебя обременять

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαραίνω
εσύ
βαραίνεις
αυτός
βαραίνει
εμείς
βαραίνουμε
εσείς
βαραίνετε
αυτοί
βαραίνουν
Аорист
εγώ
βάρυνα
εσύ
βάρυνες
αυτός
βάρυνε
εμείς
βαρύναμε
εσείς
βαρύνατε
αυτοί
βάρυναν
Будущее
εγώ
θα βαράνω
εσύ
θα βαραίνεις
αυτός
θα βαραίνει
εμείς
θα βαραίνουμε
εσείς
θα βαραίνετε
αυτοί
θα βαραίνουν

Примеры

Τα προβλήματα τον βαραίνουν πολύ.
Проблемы его очень обременяют. · Problems weigh heavily on him.
Δεν θέλω να σε βαράνω με τα δικά μου ζητήματα.
Я не хочу обременять тебя своими проблемами. · I don't want to burden you with my issues.
Το άγχος βαρύνει τη σωματική του υγεία.
Стресс отягощает его физическое здоровье. · Stress is affecting his physical health.
Αυτή η ευθύνη τον βάρυνε για χρόνια.
Эта ответственность обременяла его много лет. · That responsibility burdened him for years.