Греческий словарь
с грамматикой

βαρέω

[vaˈreo]глаголA2

Значения

1
давить, угнетать, обременять
to weigh down, to burden, to oppress · με βαρύ φορτίο — с тяжелой ношей
2
надоедать, докучать, раздражать
to bother, to annoy, to get on one's nerves · με τις ερωτήσεις — вопросами
3
тяготить, угнетать (эмоционально)
to weigh on (emotionally), to trouble, to distress · το μυαλό του — его ум

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαρώ
εσύ
βαρείς
αυτός
βαρεί
εμείς
βαρούμε
εσείς
βαρείτε
αυτοί
βαρούν
Аорист
εγώ
βάρεσα
εσύ
βάρεσες
αυτός
βάρεσε
εμείς
βαρέσαμε
εσείς
βαρέσατε
αυτοί
βάρεσαν
Будущее
εγώ
θα βαρώ
εσύ
θα βαρείς
αυτός
θα βαρεί
εμείς
θα βαρούμε
εσείς
θα βαρείτε
αυτοί
θα βαρούν

Примеры

Το βάρος του σακιδίου με βαρεί πολύ.
Вес рюкзака сильно давит на меня. · The weight of the backpack weighs me down.
Της βαρούν οι συνεχείς παράπονα.
Ей надоели постоянные жалобы. · She's tired of the constant complaints.
Η δυσάρεστη είδηση τον βάρεσε πολύ.
Неприятная новость его очень расстроила. · The bad news troubled him greatly.
Το άγχος βαρύνει το μυαλό μας.
Тревога давит на наш ум. · Anxiety weighs on our minds.