Греческий словарь
с грамматикой

βαρέομαι

[vaˈreome]глаголB1

Значения

1
тяготиться, чувствовать отвращение (к чему-либо)
to be weary of, to find tedious or burdensome · βαρέομαι τη δουλειά — мне надоела эта работа
2
томиться, скучать
to be bored, to languish · βαρέομαι στο σπίτι — мне скучно дома

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαρέομαι
εσύ
βαρέσαι
αυτός
βαρέται
εμείς
βαρεόμαστε
εσείς
βαρέστε
αυτοί
βαρέονται
Аорист
εγώ
βαρέθηκα
εσύ
βαρέθηκες
αυτός
βαρέθηκε
εμείς
βαρεθήκαμε
εσείς
βαρεθήκατε
αυτοί
βαρέθηκαν
Будущее
εγώ
θα βαρεθώ
εσύ
θα βαρεθείς
αυτός
θα βαρεθεί
εμείς
θα βαρεθούμε
εσείς
θα βαρεθείτε
αυτοί
θα βαρεθούν

Примеры

Βαρέμαι αυτή την επανάληψη κάθε μέρα.
Мне надоела эта рутина каждый день. · I'm weary of this routine every day.
Θα βαρεθούν σύντομα του παιχνιδιού.
Они скоро надоедят этой игре. · They will soon tire of the game.
Έβαρεθη την αναμονή και έφυγε.
Он устал ждать и ушёл. · He got tired of waiting and left.
Βαρεόμαστε τις μεγάλες συναντήσεις.
Нас утомляют длинные встречи. · We're bored by long meetings.