βαρέλι
[vaˈreli]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
бочка, бbarrel
barrel, drum (cylindrical container) · βαρέλι κρασιού — винная бочка
2
ствол (огнестрельного оружия)
barrel (of a gun) · το βαρέλι του όπλου — ствол ружья
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βαρέλι
вин.
το βαρέλι
род.
του βαρελιού
зват.
βαρέλι
Мн. ч.
им.
τα βαρέλια
вин.
τα βαρέλια
род.
των βαρελιών
зват.
βαρέλια
Примеры
Το βαρέλι είναι γεμάτο με κρασί.
Бочка наполнена вином. · The barrel is full of wine.
Τα βαρέλια αποθηκεύονται στο κελάρι.
Бочки хранятся в подвале. · The barrels are stored in the cellar.
Έσπασε το βαρέλι του λαδιού.
Сломалась бочка с маслом. · The oil barrel broke.
Το βαρέλι του όπλου ήταν σκουριασμένο.
Ствол оружия был заржавевший. · The gun barrel was rusty.