Греческий словарь
с грамматикой

βαπτίζω

[vapˈtizo]глаголB1

Значения

1
крестить, совершать крещение
to baptize, to administer baptism · βαπτίζω ένα παιδί — крещу ребёнка
2
погружать в воду, мочить
to immerse in water, to dip, to soak · βαπτίζω το ψωμί στο κρασί — мочу хлеб в вине
3
дать имя, назвать
to name, to give a name to · βαπτίζω το πλοίο Ελευθερία — называю корабль Свободой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαπτίζω
εσύ
βαπτίζεις
αυτός
βαπτίζει
εμείς
βαπτίζουμε
εσείς
βαπτίζετε
αυτοί
βαπτίζουν
Аорист
εγώ
βάπτισα
εσύ
βάπτισες
αυτός
βάπτισε
εμείς
βαπτίσαμε
εσείς
βαπτίσατε
αυτοί
βάπτισαν
Будущее
εγώ
θα βαπτίσω
εσύ
θα βαπτίσεις
αυτός
θα βαπτίσει
εμείς
θα βαπτίσουμε
εσείς
θα βαπτίσετε
αυτοί
θα βαπτίσουν

Примеры

Ο παπάς βάπτισε το νεογέννητο παιδί.
Священник крестил новорождённого ребёнка. · The priest baptized the newborn baby.
Αύριο θα βαπτίσουν το πλοίο.
Завтра будут крестить корабль. · Tomorrow they will christen the ship.
Βάπτισα το ψωμί στο κρασί και το έφαγα.
Я мочил хлеб в вине и съел его. · I dipped the bread in wine and ate it.
Οι Χριστιανοί βαπτίζονται για να σταθούν με τον Θεό.
Христиане крещаются, чтобы встать в завет с Богом. · Christians are baptized to enter into covenant with God.