βακτήριο
[vakˈtirio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
бактерия
bacterium · μικροσκοπικός οργανισμός — микроскопический организм
Грамматика
Ед. ч.
им.
το βακτήριο
вин.
το βακτήριο
род.
του βακτηρίου
зват.
βακτήριο
Мн. ч.
им.
τα βακτήρια
вин.
τα βακτήρια
род.
των βακτηρίων
зват.
βακτήρια
Примеры
Τα βακτήρια προκαλούν μολύνσεις στο σώμα.
Бактерии вызывают инфекции в организме. · Bacteria cause infections in the body.
Ο γιατρός ανίχνευσε το βακτήριο στο αίμα.
Врач обнаружил бактерию в крови. · The doctor detected the bacterium in the blood.
Χρειαζόμαστε αντιβιοτικά για να σκοτώσουμε αυτά τα βακτήρια.
Нам нужны антибиотики, чтобы убить эти бактерии. · We need antibiotics to kill these bacteria.