βαθμονόμηση
[vaθmoˈnomisi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
калибровка, градуировка (приборов, инструментов)
calibration, graduation (of instruments or measuring devices) · η βαθμονόμηση του θερμομέτρου — калибровка термометра
2
стандартизация, установление шкалы или стандартов
standardization, establishment of a scale or standards · η βαθμονόμηση των κριτηρίων αξιολόγησης — стандартизация критериев оценки
Грамматика
Ед. ч.
им.
η βαθμονόμηση
вин.
τη βαθμονόμηση
род.
της βαθμονόμησης
зват.
βαθμονόμηση
Мн. ч.
им.
οι βαθμονομήσεις
вин.
τις βαθμονομήσεις
род.
των βαθμονομήσεων
зват.
βαθμονομήσεις
Примеры
Η βαθμονόμηση της συσκευής απαιτεί ειδικές γνώσεις.
Калибровка прибора требует специальных знаний. · The calibration of the device requires specialized knowledge.
Πραγματοποίησαν τη βαθμονόμηση όλων των οργάνων μέτρησης.
Они провели градуировку всех измерительных приборов. · They carried out the calibration of all measuring instruments.
Χωρίς σωστή βαθμονόμηση, τα αποτελέσματα είναι αναξιόπιστα.
Без надлежащей калибровки результаты ненадежны. · Without proper calibration, the results are unreliable.