βαθμολογικός
[vɑðmoloˈʝikos]прилагательноеB2
Значения
1
связанный с оценками, оценочный
relating to grades or ratings · βαθμολογική κλίμακα — шкала оценок
2
касающийся системы оценивания
pertaining to grading or evaluation system · βαθμολογικά κριτήρια — критерии оценивания
Грамматика
мужской род
им.
βαθμολογικός
вин.
βαθμολογικό
род.
βαθμολογικού
зват.
βαθμολογικέ
женский род
им.
βαθμολογική
вин.
βαθμολογική
род.
βαθμολογικής
зват.
βαθμολογική
средний род
им.
βαθμολογικό
вин.
βαθμολογικό
род.
βαθμολογικού
зват.
βαθμολογικό
Примеры
Η βαθμολογική κλίμακα του σχολείου είναι από δύο έως δέκα.
Шкала оценок в школе — от двух до десяти. · The school's grading scale is from two to ten.
Τα βαθμολογικά κριτήρια πρέπει να είναι σαφή για όλους.
Критерии оценивания должны быть ясными для всех. · The grading criteria must be clear to everyone.
Υπάρχουν διαφορές στα βαθμολογικά συστήματα των χωρών.
Существуют различия в системах оценивания разных стран. · There are differences in the grading systems of different countries.