Греческий словарь
с грамматикой

βαδίζω

[vaˈðizo]глаголB1

Значения

1
идти пешком, ходить
to walk, to go on foot · βαδίζω στο πάρκο — я гуляю в парке
2
продвигаться, развиваться (переносное значение)
to proceed, to progress (figurative) · το έργο βαδίζει καλά — работа идёт хорошо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βαδίζω
εσύ
βαδίζεις
αυτός
βαδίζει
εμείς
βαδίζουμε
εσείς
βαδίζετε
αυτοί
βαδίζουν
Аорист
εγώ
βάδισα
εσύ
βάδισες
αυτός
βάδισε
εμείς
βαδίσαμε
εσείς
βαδίσατε
αυτοί
βάδισαν
Будущее
εγώ
θα βαδίσω
εσύ
θα βαδίσεις
αυτός
θα βαδίσει
εμείς
θα βαδίσουμε
εσείς
θα βαδίσετε
αυτοί
θα βαδίσουν

Примеры

Κάθε πρωί βαδίζω δύο χιλιόμετρα.
Каждое утро я прохожу два километра. · Every morning I walk two kilometres.
Χθες βάδισαν όλη την ημέρα στα βουνά.
Вчера они ходили весь день в горах. · Yesterday they walked all day in the mountains.
Η διαπραγμάτευση βαδίζει σταθερά προς τη σωστή κατεύθυνση.
Переговоры постепенно движутся в правильном направлении. · The negotiations are steadily progressing in the right direction.
Θα βαδίσουμε μαζί στη θάλασσα.
Мы пойдём вместе к морю. · We will walk together to the sea.