Греческий словарь
с грамматикой

βάλλω

[ˈvalo]глаголA1

Значения

1
бросать, кидать
to throw, to cast · βάλλω την μπάλα — бросаю мяч
2
ударять, наносить удар
to hit, to strike · βάλλω κάποιον — ударяю кого-то
3
класть, помещать
to put, to place · βάλλω αλάτι στο φάγητο — кладу соль в еду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
βάλλω
εσύ
βάλλεις
αυτός
βάλλει
εμείς
βάλλουμε
εσείς
βάλλετε
αυτοί
βάλλουν
Аорист
εγώ
έβαλα
εσύ
έβαλες
αυτός
έβαλε
εμείς
βάλαμε
εσείς
βάλατε
αυτοί
έβαλαν
Будущее
εγώ
θα βάλω
εσύ
θα βάλεις
αυτός
θα βάλει
εμείς
θα βάλουμε
εσείς
θα βάλετε
αυτοί
θα βάλουν

Примеры

Ο παίκτης έβαλε το μπάλα στο στόχο.
Игрок забросил мяч в цель. · The player threw the ball at the target.
Βάλε ζάχαρη στον καφέ σου.
Положи сахар в свой кофе. · Put sugar in your coffee.
Θα βάλουν τα παιχνίδια στο κουτί.
Они положат игрушки в коробку. · They will put the toys in the box.
Του έβαλε μια σφαλιάρα.
Она дала ему пощёчину. · She hit him across the face.