Греческий словарь
с грамматикой

αψηφώ

[apsiˈfo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
игнорировать, не обращать внимания
to ignore, disregard, pay no heed to · αψηφώ τις κριτικές — игнорировать критику
2
пренебрегать, презирать
to scorn, treat with contempt · αψηφώ τους κανόνες — презирать правила

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αψηφώ
εσύ
αψηφάς
αυτός
αψηφά
εμείς
αψηφούμε
εσείς
αψηφάτε
αυτοί
αψηφούν
Аорист
εγώ
αψήφησα
εσύ
αψήφησες
αυτός
αψήφησε
εμείς
αψηφήσαμε
εσείς
αψηφήσατε
αυτοί
αψήφησαν
Будущее
εγώ
θα αψηφήσω
εσύ
θα αψηφήσεις
αυτός
θα αψηφήσει
εμείς
θα αψηφήσουμε
εσείς
θα αψηφήσετε
αυτοί
θα αψηφήσουν

Примеры

Αψηφώ τις απειλές και συνεχίζω.
Я игнорирую угрозы и продолжаю. · I ignore the threats and carry on.
Αψήφησε τις συμβουλές του πατέρα του.
Он пренебрёг советами своего отца. · He disregarded his father's advice.
Θα αψηφήσουν τα όσα λέμε.
Они проигнорируют всё, что мы говорим. · They will ignore everything we say.