Греческий словарь
с грамматикой

αφοσιώνω

[afosˈiono]глаголB2

Значения

1
посвящать (себя), отдаваться целиком
to devote (oneself), to dedicate · αφοσιώνομαι στη δουλειά — посвящаю себя работе
2
полностью отдать, вверить
to entrust completely, to commit wholly · αφοσιώνω τη ζωή μου — посвящаю свою жизнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφοσιώνω
εσύ
αφοσιώνεις
αυτός
αφοσιώνει
εμείς
αφοσιώνουμε
εσείς
αφοσιώνετε
αυτοί
αφοσιώνουν
Аорист
εγώ
αφοσίωσα
εσύ
αφοσίωσες
αυτός
αφοσίωσε
εμείς
αφοσιώσαμε
εσείς
αφοσιώσατε
αυτοί
αφοσίωσαν
Будущее
εγώ
θα αφοσιώσω
εσύ
θα αφοσιώσεις
αυτός
θα αφοσιώσει
εμείς
θα αφοσιώσουμε
εσείς
θα αφοσιώσετε
αυτοί
θα αφοσιώσουν

Примеры

Αφοσίωσε τη ζωή της στην τέχνη.
Она посвятила свою жизнь искусству. · She devoted her life to art.
Αφοσιώνεται εντελώς στους γονείς της.
Она целиком посвящает себя своим родителям. · She is completely devoted to her parents.
Θα αφοσιώσουν ολόκληρη την ενέργειά τους σε αυτό το έργο.
Они посвятят всю свою энергию этому проекту. · They will dedicate all their energy to this project.
Ο ερευνητής αφοσιώθηκε στην ανακάλυψη της αλήθειας.
Исследователь посвятил себя поиску истины. · The researcher devoted himself to the pursuit of truth.