Греческий словарь
с грамматикой

αφορώ

[afoˈro]глаголB1

Значения

1
касаться, относиться к кому-л./чему-л.
to concern, to relate to, to be about · αυτό αφορά εμάς — это касается нас
2
иметь отношение, быть связанным с
to have to do with, to be connected with · δεν αφορά τη δουλειά — это не имеет отношения к работе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφορώ
εσύ
αφοράς
αυτός
αφορά
εμείς
αφορούμε
εσείς
αφοράτε
αυτοί
αφορούν
Аорист
εγώ
αφόρησα
εσύ
αφόρησες
αυτός
αφόρησε
εμείς
αφορήσαμε
εσείς
αφορήσατε
αυτοί
αφόρησαν
Будущее
εγώ
θα αφορώ
εσύ
θα αφοράς
αυτός
θα αφορά
εμείς
θα αφορούμε
εσείς
θα αφοράτε
αυτοί
θα αφορούν

Примеры

Το νέο νόμο αφορά όλους τους πολίτες.
Новый закон касается всех граждан. · The new law concerns all citizens.
Αυτή η απόφαση δεν αφορά εσάς.
Это решение не касается вас. · This decision doesn't concern you.
Όσον αφορά την υγεία, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.
Что касается здоровья, мы должны быть осторожны. · As far as health is concerned, we must be careful.
Τα προβλήματα που αφορούν τα παιδιά είναι σημαντικά.
Проблемы, связанные с детьми, очень важны. · The problems affecting children are important.