Греческий словарь
с грамматикой

αφοράω

[afoˈrao]глаголB2

Значения

1
касаться, относиться (к кому-л./чему-л.)
to concern, to relate to, to affect · αυτό δεν σε αφορά — это тебя не касается
2
иметь отношение к, быть связанным с
to have to do with, to apply to · όσα αφορούν την εργασία — всё, что касается работы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφορώ
εσύ
αφοράς
αυτός
αφορά
εμείς
αφορούμε
εσείς
αφοράτε
αυτοί
αφορούν
Аорист
εγώ
αφόρεσα
εσύ
αφόρεσες
αυτός
αφόρεσε
εμείς
αφορέσαμε
εσείς
αφορέσατε
αυτοί
αφόρεσαν
Будущее
εγώ
θα αφορώ
εσύ
θα αφοράς
αυτός
θα αφορά
εμείς
θα αφορούμε
εσείς
θα αφοράτε
αυτοί
θα αφορούν

Примеры

Αυτό το θέμα σας αφορά όλους.
Этот вопрос касается всех вас. · This matter concerns all of you.
Όσα αφορούν την υγεία είναι σημαντικά.
Всё, что относится к здоровью, важно. · Everything relating to health is important.
Η απόφαση αφόρεσε όλους τους εργαζόμενους.
Решение затронуло всех работников. · The decision affected all employees.