Греческий словарь
с грамматикой

αφιερώνω

[aˈfiero̞no]глаголB1

Значения

1
посвящать, посвятить (книгу, статью и т.д.)
to dedicate (a book, article, etc.) · αφιερώνω το βιβλίο σε κάποιον — посвящаю книгу кому-либо
2
посвящать, уделять (время, усилия)
to devote, to dedicate (time, effort) · αφιερώνω το χρόνο μου στην εργασία — посвящаю своё время работе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφιερώνω
εσύ
αφιερώνεις
αυτός
αφιερώνει
εμείς
αφιερώνουμε
εσείς
αφιερώνετε
αυτοί
αφιερώνουν
Аорист
εγώ
αφιέρωσα
εσύ
αφιέρωσες
αυτός
αφιέρωσε
εμείς
αφιερώσαμε
εσείς
αφιερώσατε
αυτοί
αφιέρωσαν
Будущее
εγώ
θα αφιερώσω
εσύ
θα αφιερώσεις
αυτός
θα αφιερώσει
εμείς
θα αφιερώσουμε
εσείς
θα αφιερώσετε
αυτοί
θα αφιερώσουν

Примеры

Αφιέρωσε το βιβλίο της στη μητέρα της.
Она посвятила свою книгу своей матери. · She dedicated her book to her mother.
Αφιερώνω πολλές ώρες στη μελέτη κάθε μέρα.
Я посвящаю много часов учёбе каждый день. · I devote many hours to studying every day.
Θα αφιερώσουν τον χρόνο τους στο νέο έργο.
Они посвятят своё время новому проекту. · They will dedicate their time to the new project.
Το άρθρο αφιερώνεται στη σημασία της εκπαίδευσης.
Статья посвящена значению образования. · The article is dedicated to the importance of education.