αφθονία
[afθoˈnia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
изобилие, обилие, множество
abundance, plenty, profusion · αφθονία τροφής — обилие пищи
2
щедрость, великодушие
generosity, munificence · δίνει με αφθονία — дает щедро
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αφθονία
вин.
την αφθονία
род.
της αφθονίας
зват.
αφθονία
Мн. ч.
им.
οι αφθονίες
вин.
τις αφθονίες
род.
των αφθονιών
зват.
αφθονίες
Примеры
Στο χωριό υπήρχε αφθονία φρούτων.
В деревне было много фруктов. · The village had an abundance of fruit.
Με αφθονία χαμόγελα, υποδέχθηκε τους επισκέπτες.
С готовностью она приветствовала гостей. · With warmth, she welcomed the visitors.
Η αφθονία του νερού έσωσε τα χωράφια.
Обилие воды спасло поля. · The plenty of water saved the fields.
Έδειξε αφθονία σε προσφορές και δώρα.
Он проявил щедрость в подарках и помощи. · He showed generosity in gifts and aid.