αφηγούμαι
[afiˈɣume]глаголотложительный (-άμαι/-ιέμαι)B1
Значения
1
рассказывать, повествовать
to narrate, to tell a story · αφηγείται μια ιστορία — рассказывает историю
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αφηγούμαι
εσύ
αφηγείσαι
αυτός
αφηγείται
εμείς
αφηγούμαστε
εσείς
αφηγείστε
αυτοί
αφηγούνται
Аорист
εγώ
αφηγήθηκα
εσύ
αφηγήθηκες
αυτός
αφηγήθηκε
εμείς
αφηγηθήκαμε
εσείς
αφηγηθήκατε
αυτοί
αφηγήθηκαν
Будущее
εγώ
θα αφηγηθώ
εσύ
θα αφηγηθείς
αυτός
θα αφηγηθεί
εμείς
θα αφηγηθούμε
εσείς
θα αφηγηθείτε
αυτοί
θα αφηγηθούν
Примеры
Ο συγγραφέας αφηγείται τα γεγονότα με λεπτομέρεια.
Писатель подробно рассказывает о событиях. · The author narrates the events in detail.
Αφηγήθηκε μια συναρπαστική ιστορία στα παιδιά.
Он рассказал детям увлекательную историю. · He told the children a thrilling story.
Θα αφηγηθώ τι είδα στο ταξίδι μου.
Я расскажу, что видел в путешествии. · I will recount what I saw on my trip.