Греческий словарь
с грамматикой

αφεντεύω

[afeˈndevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
властвовать, господствовать, командовать
to rule, to dominate, to lord over · αφεντεύει στο σπίτι — господствует в доме
2
быть хозяином, владеть
to be master of, to own · αφεντεύει τα λιβάδια — владеет этими пастбищами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφεντεύω
εσύ
αφεντεύεις
αυτός
αφεντεύει
εμείς
αφεντεύουμε
εσείς
αφεντεύετε
αυτοί
αφεντεύουν
Аорист
εγώ
αφέντευσα
εσύ
αφέντευσες
αυτός
αφέντευσε
εμείς
αφεντεύσαμε
εσείς
αφεντεύσατε
αυτοί
αφέντευσαν
Будущее
εγώ
θα αφεντεύσω
εσύ
θα αφεντεύσεις
αυτός
θα αφεντεύσει
εμείς
θα αφεντεύσουμε
εσείς
θα αφεντεύσετε
αυτοί
θα αφεντεύσουν

Примеры

Ο αφέντης αφεντεύει τους δουλεύτες με σκληρότητα.
Хозяин властвует над рабочими с жестокостью. · The master ruled the workers with harshness.
Αφέντευσε το χωριό για είκοσι χρόνια.
Он господствовал в деревне двадцать лет. · He dominated the village for twenty years.
Στα τούρκικα χρόνια, ο μεγάλος αφέντης αφεντεύε αυτές τις γαίες.
В турецкие времена большой хозяин владел этими землями. · In the Turkish times, the great landlord owned these lands.