Греческий словарь
с грамматикой

αφαιρώ

[afi̯ˈro]глаголB1

Значения

1
убирать, удалять, снимать
to remove, to take away, to take off · αφαιρώ το καπέλο — снимаю шляпу
2
вычитать (в математике)
to subtract · αφαιρώ πέντε από δέκα — вычитаю пять из десяти
3
лишать, отнимать
to deprive, to strip of · αφαιρώ τα δικαιώματα — лишаю прав

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αφαιρώ
εσύ
αφαιρείς
αυτός
αφαιρεί
εμείς
αφαιρούμε
εσείς
αφαιρείτε
αυτοί
αφαιρούν
Аорист
εγώ
αφείλα
εσύ
αφείλες
αυτός
αφείλε
εμείς
αφείλαμε
εσείς
αφείλατε
αυτοί
αφείλαν
Будущее
εγώ
θα αφαιρέσω
εσύ
θα αφαιρέσεις
αυτός
θα αφαιρέσει
εμείς
θα αφαιρέσουμε
εσείς
θα αφαιρέσετε
αυτοί
θα αφαιρέσουν

Примеры

Αφαίρεσε το παλτό του πριν μπει στο σπίτι.
Он снял своё пальто перед входом в дом. · He took off his coat before entering the house.
Αν αφαιρέσεις τέσσερα από εννιά, μένουν πέντε.
Если вычесть четыре из девяти, останется пять. · If you subtract four from nine, you get five.
Του αφαίρεσαν την άδεια οδήγησης λόγω παραβάσεων.
Его лишили водительского удостоверения из-за нарушений. · They revoked his driving licence due to violations.
Αφαιρώ τα παπούτσια μου όταν έρχομαι σπίτι.
Снимаю туфли, когда приду домой. · I take off my shoes when I come home.