αφήγηση
[aˈfiɣisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
повествование, рассказ
narrative, story · η αφήγηση του γεγονότος — рассказ о событии
2
изложение, описание
description, account · λεπτομερής αφήγηση — подробное описание
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αφήγηση
вин.
την αφήγηση
род.
της αφήγησης
зват.
αφήγηση
Мн. ч.
им.
οι αφηγήσεις
вин.
τις αφηγήσεις
род.
των αφηγήσεων
зват.
αφηγήσεις
Примеры
Η αφήγηση του συγγραφέα ήταν πολύ συναρπαστική.
Повествование писателя было очень увлекательным. · The author's narrative was very captivating.
Άκουσα την αφήγηση του μάρτυρα με προσοχή.
Я внимательно слушал рассказ свидетеля. · I listened carefully to the witness's account.
Οι αφηγήσεις των μαθητών ήταν διαφορετικές.
Рассказы учеников были разными. · The students' narratives were different.