αυτόγραφο
[afˈtoɣrafo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
автограф, подпись
autograph, signature · η υπογραφή του διάσημου συγγραφέα — подпись известного писателя
2
рукопись, оригинал текста
manuscript, original text · το αρχικό χειρόγραφο του έργου — оригинальная рукопись работы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αυτόγραφο
вин.
το αυτόγραφο
род.
του αυτογράφου
зват.
αυτόγραφο
Мн. ч.
им.
τα αυτόγραφα
вин.
τα αυτόγραφα
род.
των αυτογράφων
зват.
αυτόγραφα
Примеры
Έλαβε το αυτόγραφο του ηθοποιού στη συναυλία.
Он получил автограф актёра на концерте. · He got the actor's autograph at the concert.
Τα αυτόγραφα των μεγάλων συγγραφέων είναι πολύτιμα.
Рукописи великих писателей очень ценны. · The manuscripts of great writers are very valuable.
Μου ζήτησε το αυτόγραφό της στο βιβλίο.
Она попросила меня подписать её книгу. · She asked me to sign her book.
Το αυτόγραφο του Μότσαρτ βρίσκεται στο μουσείο.
Рукопись Моцарта находится в музее. · Mozart's original manuscript is in the museum.