Греческий словарь
с грамматикой

αυτοκράτειρα

[aftokˈratira]существительноеη · женский родB1

Значения

1
императрица
empress · η αυτοκράτειρα της Ρωσίας — императрица России

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αυτοκράτειρα
вин.
την αυτοκράτειρα
род.
της αυτοκράτειρας
зват.
αυτοκράτειρα
Мн. ч.
им.
οι αυτοκράτειρες
вин.
τις αυτοκράτειρες
род.
των αυτοκρατειρών
зват.
αυτοκράτειρες

Примеры

Η αυτοκράτειρα Κατερίνα ήταν πολύ ισχυρή.
Императрица Екатерина была очень мощной. · Empress Catherine was very powerful.
Την αυτοκράτειρα τιμούσαν όλοι.
Императрицу уважали все. · Everyone respected the empress.
Οι αυτοκράτειρες έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία.
Императрицы играли важную роль в истории. · Empresses played an important role in history.