αυτοκινητόδρομος
[aftokinitóðromos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
автомагистраль, автострада
motorway, highway, expressway · δρόμος για αυτοκίνητα — дорога для автомобилей
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αυτοκινητόδρομος
вин.
τον αυτοκινητόδρομο
род.
του αυτοκινητόδρομου
зват.
αυτοκινητόδρομε
Мн. ч.
им.
οι αυτοκινητόδρομοι
вин.
τους αυτοκινητόδρομους
род.
των αυτοκινητόδρομων
зват.
αυτοκινητόδρομοι
Примеры
Πήρα τον αυτοκινητόδρομο για να φτάσω γρήγορα.
Я взял автомагистраль, чтобы добраться быстрее. · I took the motorway to get there faster.
Ο αυτοκινητόδρομος Αθηνών–Θεσσαλονίκης είναι πολύ συχνός.
Автострада Афины–Салоники очень загруженная. · The Athens–Thessaloniki motorway is very busy.
Στους αυτοκινητόδρομους πρέπει να οδηγείς προσεκτικά.
На автомагистралях нужно ездить осторожно. · On motorways you must drive carefully.