αυτοκινητιστικός
[aftokiniˈtistikos]прилагательноеB1
Значения
1
автомобильный, относящийся к автомобилям
automotive, relating to cars or motoring · αυτοκινητιστική βιομηχανία — автомобильная промышленность
2
относящийся к водителям или управлению автомобилем
relating to drivers or car driving · αυτοκινητιστικό δυστύχημα — автомобильная авария
Грамматика
мужской род
им.
αυτοκινητιστικός
вин.
αυτοκινητιστικό
род.
αυτοκινητιστικού
зват.
αυτοκινητιστικέ
женский род
им.
αυτοκινητιστική
вин.
αυτοκινητιστική
род.
αυτοκινητιστικής
зват.
αυτοκινητιστική
средний род
им.
αυτοκινητιστικό
вин.
αυτοκινητιστικό
род.
αυτοκινητιστικού
зват.
αυτοκινητιστικό
Примеры
Η αυτοκινητιστική βιομηχανία είναι πολύ σημαντική για την οικονομία.
Автомобильная промышленность очень важна для экономики. · The automotive industry is very important for the economy.
Έχουν αυξηθεί τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα αυτό το καλοκαίρι.
Этим летом увеличилось количество автомобильных аварий. · Car accidents have increased this summer.
Τα αυτοκινητιστικά σπορ είναι πολύ δημοφιλή στην Ελλάδα.
Автомобильные виды спорта очень популярны в Греции. · Motorsports are very popular in Greece.
Ο αυτοκινητιστικός όμιλος δημιουργήθηκε το 1920.
Автомобильный клуб был основан в 1920 году. · The motoring club was founded in 1920.