αυτοκινητιστής
[aftokinitiˈstis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
водитель автомобиля
car driver · ο αυτοκινητιστής οδηγεί — водитель управляет машиной
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αυτοκινητιστής
вин.
τον αυτοκινητιστή
род.
του αυτοκινητιστή
зват.
αυτοκινητιστή
Мн. ч.
им.
οι αυτοκινητιστές
вин.
τους αυτοκινητιστές
род.
των αυτοκινητιστών
зват.
αυτοκινητιστές
Примеры
Ο αυτοκινητιστής σταμάτησε στο φανάρι.
Водитель остановился на светофоре. · The driver stopped at the traffic light.
Οι αυτοκινητιστές πρέπει να έχουν διπλώματα.
Водители должны иметь права. · Drivers must have licences.
Ένας έμπειρος αυτοκινητιστή δεν φοβάται τη βροχή.
Опытный водитель не боится дождя. · An experienced driver is not afraid of rain.