Греческий словарь
с грамматикой

αυτοκίνητο

[aftokˈinito]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
автомобиль
car · το αυτοκίνητό μου — мой автомобиль

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αυτοκίνητο
вин.
το αυτοκίνητο
род.
του αυτοκινήτου
зват.
αυτοκίνητο
Мн. ч.
им.
τα αυτοκίνητα
вин.
τα αυτοκίνητα
род.
των αυτοκινήτων
зват.
αυτοκίνητα

Примеры

Το αυτοκίνητό μας είναι κόκκινο.
Наш автомобиль красный. · Our car is red.
Πρέπει να βγάλω το αυτοκίνητο από το γκαράζ.
Мне нужно вывести машину из гаража. · I need to get the car out of the garage.
Αγόρασα ένα καινούργιο αυτοκίνητο τον περασμένο μήνα.
Я купил новую машину в прошлом месяце. · I bought a new car last month.
Των αυτοκινήτων οι τιμές έχουν ανέβει πολύ.
Цены на автомобили сильно выросли. · Car prices have risen a lot.