Греческий словарь
с грамматикой

αυτοδίδακτος

[aftoˈðiðaktos]прилагательноеB2

Значения

1
самоучка, самоучный
self-taught · μουσικός αυτοδίδακτος — музыкант-самоучка

Грамматика

мужской род
им.
αυτοδίδακτος
вин.
αυτοδίδακτο
род.
αυτοδίδακτου
зват.
αυτοδίδακτε
женский род
им.
αυτοδίδακτη
вин.
αυτοδίδακτη
род.
αυτοδίδακτης
зват.
αυτοδίδακτη
средний род
им.
αυτοδίδακτο
вин.
αυτοδίδακτο
род.
αυτοδίδακτου
зват.
αυτοδίδακτο

Примеры

Ο αυτοδίδακτος ζωγράφος δημιούργησε υπέροχα έργα.
Художник-самоучка создал замечательные произведения. · The self-taught painter created wonderful works.
Είναι αυτοδίδακτη και μίλησε τέσσερις γλώσσες.
Она самоучка и говорит на четырёх языках. · She is self-taught and speaks four languages.
Αυτοδίδακτοι προγραμματιστές εργάζονται στην εταιρεία.
В компании работают программисты-самоучки. · Self-taught programmers work at the company.