αυτοβιογραφικός
[aftovioyraˈfikos]прилагательноеC1
Значения
1
автобиографический, связанный с автобиографией
autobiographical, relating to an autobiography · αυτοβιογραφικά στοιχεία — автобиографические данные
Грамматика
мужской род
им.
αυτοβιογραφικός
вин.
αυτοβιογραφικό
род.
αυτοβιογραφικού
зват.
αυτοβιογραφικέ
женский род
им.
αυτοβιογραφική
вин.
αυτοβιογραφική
род.
αυτοβιογραφικής
зват.
αυτοβιογραφική
средний род
им.
αυτοβιογραφικό
вин.
αυτοβιογραφικό
род.
αυτοβιογραφικού
зват.
αυτοβιογραφικό
Примеры
Το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα έγινε μπεστ σέλερ.
Его автобиографический роман стал бестселлером. · His autobiographical novel became a bestseller.
Η αυτοβιογραφική αφήγηση δίνει νόημα στο έργο.
Автобиографический рассказ придаёт смысл произведению. · The autobiographical narrative gives meaning to the work.
Χρησιμοποίησε αυτοβιογραφικά στοιχεία στις σκηνές του.
Он использовал автобиографические элементы в своих сценах. · He used autobiographical elements in his scenes.