αυτοβιογραφία
[aftovioɣraˈfia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
автобиография, жизнеописание автором собственной жизни
autobiography, a person's account of their own life · η αυτοβιογραφία του συγγραφέα — автобиография писателя
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αυτοβιογραφία
вин.
την αυτοβιογραφία
род.
της αυτοβιογραφίας
зват.
αυτοβιογραφία
Мн. ч.
им.
οι αυτοβιογραφίες
вин.
τις αυτοβιογραφίες
род.
των αυτοβιογραφιών
зват.
αυτοβιογραφίες
Примеры
Διάβασα την αυτοβιογραφία του περυσινό καλοκαίρι.
Я прочитал его автобиографию прошлым летом. · I read his autobiography last summer.
Η αυτοβιογραφία της περιγράφει μια συναρπαστική ζωή.
Её автобиография описывает захватывающую жизнь. · Her autobiography describes a fascinating life.
Πολλές αυτοβιογραφίες δημοσιεύονται κάθε χρόνο.
Много автобиографий издаётся каждый год. · Many autobiographies are published every year.