Греческий словарь
с грамматикой

αυτοαποκαλώ

[aftoapokaˈlo]глаголC1

Значения

1
называть себя, именовать себя
to call oneself, to style oneself, to claim to be · αυτοαποκαλείται καλλιτέχνης — он называет себя художником

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αυτοαποκαλώ
εσύ
αυτοαποκαλείς
αυτός
αυτοαποκαλεί
εμείς
αυτοαποκαλούμε
εσείς
αυτοαποκαλείτε
αυτοί
αυτοαποκαλούν
Аорист
εγώ
αυτοαποκάλεσα
εσύ
αυτοαποκάλεσες
αυτός
αυτοαποκάλεσε
εμείς
αυτοαποκαλέσαμε
εσείς
αυτοαποκαλέσατε
αυτοί
αυτοαποκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα αυτοαποκαλώ
εσύ
θα αυτοαποκαλείς
αυτός
θα αυτοαποκαλεί
εμείς
θα αυτοαποκαλούμε
εσείς
θα αυτοαποκαλείτε
αυτοί
θα αυτοαποκαλούν

Примеры

Αυτοαποκαλείται ειδικός στη διεθνή πολιτική.
Он называет себя специалистом по международной политике. · He claims to be an expert in international politics.
Πολλοί αυτοαποκαλούνται περιβαλλοντολόγοι χωρίς πραγματική γνώση.
Многие называют себя экологами, не имея настоящих знаний. · Many call themselves environmentalists without real knowledge.
Αυτοαποκάλεσε τον εαυτό του ηγέτη της κοινωνικής κινήματος.
Он назвал себя лидером общественного движения. · He styled himself a leader of the social movement.